Φόρτωση...

«Ο εγωισμός είναι τόσο τεράστιος, που δεν αρκεί ολόκληρος ο κόσμος για να τον χορτάσει...»
Arthur Schopenhauer
Η ορειβασία συνιστά ένα ιδιαίτερο πεδίο υπαρξιακής αναζήτησης, όπου το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με τα όριά του, την ελευθερία, τον φόβο και τη σχέση του με τους άλλους. Σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον, το «Εγώ» αναδεικνύεται σε καθοριστική ψυχολογική δύναμη: ο ορειβάτης καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην τάση για αυτοεπιβεβαίωση, καταξίωση και τελειοποίηση και στην ανάγκη για διαχείριση του κινδύνου, συναισθηματικό έλεγχο και ψυχική ανθεκτικότητα. Καθώς η δραστηριότητα αυτή αγγίζει τις βιολογικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και υπαρξιακές διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας, το «Εγώ» αποκαλύπτεται, μετασχηματίζεται ή δοκιμάζεται υπό ακραίες συνθήκες, αποτελώντας έτσι αντικείμενο διεπιστημονικής μελέτης.
Ο βράχος δεν λέει ψέματα
Έτσι είχε γράψει ο διάσημος ανθρωπολόγος Louis Leakey, για να συμπληρώσει ο John Bachar πριν πέσει κι αυτός: «Ο βράχος λέει την αλήθεια· αν πέσεις, έπεσες». Αυτό λοιπόν, το εγώ αρνείται να το δεχτεί. Πρόκειται για μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες.
Από τη μία πλευρά ο βράχος, που δεν ενδιαφέρεται καθόλου αν θεωρείς τον εαυτό σου έμπειρο, δυνατό ή τολμηρό. Δεν επηρεάζεται από το βιογραφικό σου, την αυτοπεποίθησή σου ή την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου: αν δεν πατήσεις καλά στη λεία προεξοχή, θα γλιστρήσεις.
Από την άλλη πλευρά, η εκπληκτική ικανότητα του εγώ να διαπραγματεύεται με αυτή την πραγματικότητα: «Φταίει το παπούτσι», «Δε με ασφάλιζε σωστά ο μαλάκας (σχοινοσύντροφος)», «Μπορώ, δεν είναι τόσο δύσκολο», «Έχω κάνει και χειρότερα», «Δεν γίνεται να γυρίσω τώρα», «Αφού έφτασα μέχρι εδώ, πρέπει να συνεχίσω».
Πρόκειται για μηχανισμούς άμυνας και γνωστικές μεροληψίες που ενεργοποιούνται όταν η πραγματικότητα συγκρούεται με την προσωπική εικόνα του αναρριχητή. Για να μειώσει την πίεση, το μυαλό δεν προσαρμόζει την αυτοαντίληψή του, αλλά κατασκευάζει δικαιολογίες. Στη σύγχρονη ψυχολογία, η στάση αυτή αποτυπώνεται ως «Εξωτερικό Κέντρο Ελέγχου», που λειτουργεί σαν μηχανισμός προστασίας από το άγχος της αποτυχίας. Στην υπαρξιακή φιλοσοφία, η δικαιολογία «φταίει ο ασφαλιστής» ή «δεν γίνεται να γυρίσω πίσω τώρα» εκφράζει αυτό που ο Jean-Paul Sartre ονόμασε Mauvaise foi (κακή πίστη), την προσπάθεια του ατόμου να αποποιηθεί την ελευθερία και την ευθύνη των επιλογών του, μεταθέτοντάς τες σε εξωτερικές αναγκαιότητες.
Απέναντι σε αυτές τις νοητικές κατασκευές, ο βράχος ορθώνεται ως ο απόλυτος καθρέφτης, εκμηδενίζει τις κοινωνικές ψευδαισθήσεις και αναγκάζει το άτομο να αντιμετωπίσει την ακατέργαστη αλήθεια των ορίων του. Ωστόσο, αυτή η γυμνή, υπαρξιακή αναμέτρηση έρχεται συχνά σε σύγκρουση με την ανάγκη του εγώ για κοινωνική επιβεβαίωση.
Alone Together
Στη σύγχρονη εποχή, η ανάγκη αυτή γιγαντώνεται από την ψηφιοποίηση της αναρρίχησης. Πλατφόρμες όπως το 8a.nu, το Vertical-Life, το Mountain Project και το Instagram μετασχημάτισαν ριζικά την αναρριχητική κουλτούρα. Ο βράχος, από χώρος εσωτερικής δοκιμασίας και ταπεινότητας, μετατράπηκε σε σκηνικό για την παραγωγή «συμβολικού κεφαλαίου» — όπου η πραγματική εμπειρία της ελευθερίας θυσιάζεται στον βωμό της ψηφιακής εικόνας και της αποδοχής των άλλων. Η εμπειρία ποσοτικοποιείται και οι αναρριχητές στρέφονται στο «κυνηγητό βαθμών», επιλέγοντας διαδρομές όχι για την ομορφιά ή τη ροή τους, αλλά για το αν προσφέρουν «φτηνούς» πόντους (υπερτιμημένες ή στα μέτρα τους αναρριχήσεις) που θα αναβαθμίσουν το ψηφιακό τους προφίλ.
Η κοινωνιολογία τονίζει πως τα social media συγχέουν την εσωτερική με την εξωτερική επιβεβαίωση. Στο βιβλίο της «Alone Together», η Sherry Turkle περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η ψηφιακή αλληλεπίδραση αντικαθιστά την εσωτερική ανάγκη για αυτογνωσία με τη μέτρηση της εξωτερικής απήχησης (likes, followers). Στο Instagram προβάλλεται μόνο το επιτυχημένο send, ενώ η αποτυχία και η πτώση φιλτράρονται ή εξωραΐζονται. Η ανάγκη για προβολή οδηγεί στην υποτίμηση των κινδύνων και την παράκαμψη κανόνων ασφαλείας. Το αποτέλεσμα (το "tick" και τα likes) ακυρώνει τη διαδικασία· ο βράχος παύει να είναι καθρέφτης ορίων και γίνεται απλό σκηνικό απόσπασης προσοχής. Η εμμονή με το «τικ» μετατρέπει την αναρρίχηση σε μια λίστα υποχρεώσεων (to-do list). Η διαδικασία, η ομορφιά του τοπίου, η σύνδεση με τον σχοινοσύντροφο και η αίσθηση του σώματος χάνονται.
Παράλληλα, η συχνότητα φαινομένων όπως το πρόσφατο με τον Ολλανδό boulderer Simon Boes—που ισχυρίστηκε με πειραγμένο βίντεο ότι σκαρφάλωσε το Deep Fake (V16/8C+) στην Ελβετία— κλονίζουν το άγραφο σύστημα τιμής της ορειβασίας. Για αιώνες, ο λόγος του αναρριχητή ήταν η μόνη απαραίτητη απόδειξη. Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, αυτή η θεμελιώδης αξία αμφισβητείται πλέον ανοιχτά.
Στις κορυφές των 8.000 μέτρων, η σύγκρουση του εγώ με την πραγματικότητα παίρνει ακραίες διαστάσεις, μετατρέποντας την ορειβασία σε εμπορευματοποιημένο θέαμα. Η τουριστική βιομηχανία επιτρέπει σε ανειδίκευτους να «αγοράσουν» την κορυφή. Ενώ οι Sherpas αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου την ασφάλεια, τη διαδρομή, το οξυγόνο και τη διαβίωση, ο πελάτης οικειοποιείται το επίτευγμα, προβάλλοντας μια ψευδαίσθηση προσωπικής κατάκτησης.
Οι ατελείωτες ουρές στη «Ζώνη Θανάτου» αποτυπώνουν μια άρνηση υποχώρησης. Έχοντας επενδύσει δεκάδες χιλιάδες ευρώ για μια φωτογραφία στο Instagram ή το LinkedIn, το εγώ ρισκάρει τη ζωή του, αντιμετωπίζοντας το βουνό ως λίστα επιτευγμάτων ("Seven Summits"). Η ανάγκη για διαφοροποίηση σε έναν μαζικό πλέον τουρισμό γεννά παράδοξους τίτλους («ο γρηγορότερος έτσι...», «η μοναδική αλλιώς...», «το πρώτο με live stream...»). Το βουνό παύει να είναι πεδίο αυτογνωσίας και μετατρέπεται στο απόλυτο status symbol ψηφιακής μοναδικότητας.
Το 2016, το ζευγάρι των Ινδών αστυνομικών Dinesh και Tarakeshwari Rathod ισχυρίστηκε ψευδώς ότι ανέβηκε το Έβερεστ, με την πλάνη να αποκαλύπτεται όταν διαπιστώθηκε πως είχαν τοποθετήσει τα πρόσωπά τους, μέσω Photoshop, στις φωτογραφίες άλλου ορειβάτη. Περιστατικά σαν κι αυτό επιβεβαιώνουν ότι η εποχή που “ο λόγος του ορειβάτη αρκούσε” έχει πλέον παρέλθει.
Αυτή η κρίση αξιοπιστίας δεν περιορίζεται μόνο σε εσκεμμένες απάτες, αλλά επεκτείνεται και στην ίδια τη φύση των σύγχρονων εμπορικών αναβάσεων. Η έρευνα του ιστορικού Eberhard Jurgalski (8000ers.com) απέδειξε ότι ελάχιστοι έχουν πατήσει το πραγματικό γεωγραφικό σημείο κορυφών όπως το Dhaulagiri, το Manaslu ή το Broad Peak. Αυτή την εξέλιξη είχαν ήδη διορατικά προβλέψει θρύλοι της ορειβασίας, όπως ο Reinhold Messner και ο Éric Shipton, τονίζοντας ότι όταν αφαιρείς το άγνωστο και τον κίνδυνο με τεχνητά μέσα, η ορειβασία μετατρέπεται σε εμπορευματοποιημένο τουρισμό και κάλπικες επιδόσεις.
Projectαρισμός
Πολιτικοί διανοητές, όπως ο πρόσφατα εκλιπών Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, έχουν περιγράψει πώς στις νεοφιλελεύθερες κοινωνίες η έννοια της ανάπτυξης (ποσότητα) επικράτησε στο δημόσιο λόγο έναντι της προόδου (ποιότητα), συμπαρασύροντας όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Η επικράτηση αυτή μετέτρεψε την ανθρώπινη δραστηριότητα σε ένα αδιάκοπο κυνήγι μετρήσιμων δεικτών, όπου η αξία ενός βιώματος δεν υπολογίζεται από το βάθος ή το νόημά του, αλλά από τους αριθμούς που παράγει. Έτσι, ακόμα και η καταφυγή στη φύση ή ο ελεύθερος χρόνος χάνουν τον ουσιαστικό τους χαρακτήρα· υποτάσσονται στην επιταγή της ατομικής παραγωγικότητας, με αποτέλεσμα ο σύγχρονος άνθρωπος να μετατρέπεται σε έναν διαρκή αξιολογητή των ίδιων του των βιωμάτων.
Κατά την ομιλία υποδοχής του στην Ακαδημία Αθηνών, ο Τσουκαλάς αναφέρθηκε στον θείο του, τον ακαδημαϊκό και ορειβάτη Καίσαρα Αλεξόπουλο, που τον μύησε στα μονοπάτια του βουνού και της σκέψης — παρακαταθήκη που ο ίδιος μεταλαμπάδευσε στην κόρη του, Ναταλία (γνωστή φωτογράφο και αναρριχήτρια) —, για να παρατηρήσει στη συνέχεια:
«...στον κόσμο μας η επιτυχία έχει γίνει το νέο θεϊκό μέτρο, όπου το άτομο καλείται να πετάξει μόνο του, να φτάσει όσο ψηλά θέλει... όλα γύρω μας μοιάζουν να επαναλαμβάνουν: "μπορείς τα πάντα", "το μόνο όριο είναι ο εαυτός μας", "μην εγκαταλείπεις τα όνειρά σου", "πρέπει να προσπαθήσουμε να πετύχουμε ό,τι επιθυμούμε δίχως να πτοούμαστε από τους συνανθρώπους μας"».
Η νεωτερικότητα επιβάλλει τη διαρκή μέτρηση, την παραγωγικότητα και την αέναη βελτίωση, με το υποκείμενο να μην αναζητά πλέον τη σύνδεση, αλλά την επίδοση, τις κορυφές-κουτάκια μιας λίστας επιτυχιών, καθιστώντας ολόκληρο τον εαυτό του ένα project. Το σώμα του, η φυσική του κατάσταση, οι εμπειρίες του, οι γνώσεις του, ακόμη και ο ελεύθερος χρόνος του γίνονται πεδία επένδυσης: να βελτιώνεται, να επιτυγχάνει, να ξεπερνά τους άλλους ή τον προηγούμενο εαυτό του και να το αποδεικνύει δημόσια.
Παράλληλα, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος στην ταχύτητα μετατρέπει το βουνό σε «στάδιο» και τότε η ασφάλεια έρχεται σε δεύτερη μοίρα, όπως σημειώνεται στο άρθρο «The Fast and the Dead» του Andrew Todhunter. Ο γνωστός ορειβάτης Kelly Cordes συμπληρώνει στο «Ticket to Ride» ότι με την ταχύτητα η ορειβασία γίνεται άλλο ένα καταναλώσιμο αθλητικό προϊόν. Η ορειβατική πράξη, η οποία παραδοσιακά θεμελιωνόταν στο ιδιαίτερο στυλ, τη στοχαστική επαφή με το ανάγλυφο και τη βιωματική παρουσία στο παρόν, μεταλλάσσεται σε project, η αξία του οποίου μετριέται πλέον με αριθμούς.
Όμως στα βουνά, μερικές φορές τα... projects καταλήγουν στην απόλυτη καταστροφή. Η αρχαία Ύβρις: μπορείς να πετάξεις όσο ψηλά ποθείς, αλλά ο ήλιος θα λιώσει τα φτερά σου και σαν άλλος Δαίδαλος, θα γκρεμιστείς. Έτσι περίπου συνέβη το καλοκαίρι με τον Νεπαλέζο σούπερ σταρ Nimsdai («not in my blood»), που έχασε τη ζωή του στο όρος Broad Peak του Πακιστάν, όταν χιονοστιβάδα παρέσυρε τον ίδιο και ακόμη εννέα μέλη της ομάδας του.
Γιατί στο βουνό υπάρχουν πράγματα που δεν ελέγχονται: καιρός, κρύο, κούραση, υψόμετρο, ομίχλη, χιόνι, βράχος, φόβος. Εκεί πάνω μαθαίνεις κάτι που η σύγχρονη κοινωνία συχνά δυσκολεύεται να σου διδάξει: δεν είσαι παντοδύναμος. Μπορεί να χρειαστεί να γυρίσεις πίσω λίγα μέτρα από την κορυφή. Και η πραγματική επιτυχία τότε μπορεί να είναι να πεις, «Γύρισα πίσω επειδή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να συνεχίσω».
Όπως ακριβώς έκανε και ο Πάνος Αθανασιάδης το 2015, μη ακολουθώντας τον Αλέξανδρο Αραβίδη στην κορυφή του Κ2. Μόνοι τους, χωρίς τη σιγουριά του συμπληρωματικού οξυγόνου και την υποστήριξη των Sherpas, για πρώτη φορά σε αυτά τα υψόμετρα (8.400 μ.), ο Πάνος επέλεξε να σταματήσει. Δεν ήξερε πώς θα ήταν παραπάνω· υποχώρησε με σεβασμό, αναγνωρίζοντας την ταπεινότητα που διδάσκει το βουνό.
Οι ορειβάτες είναι ερωτευμένοι με τον εαυτό τους και με τη λήθη
Έτσι προσεγγίζει ο Robert Macfarlane το ανθρώπινο παράδοξο του υψομέτρου στο εξαιρετικό βιβλίο του «Mountains of the Mind». Όταν ένας ορειβάτης βρίσκεται ψηλά, νιώθει μια ακραία αίσθηση ατομικότητας, δύναμης, καθαρότητας και θριάμβου. Το μυαλό υπερυψώνεται, νιώθει μοναδικό, ξεχωριστό και κυρίαρχο πάνω στα στοιχεία της φύσης. Είναι μια εμπειρία βαθιά εγωκεντρική, όπου ο αναρριχητής «ερωτεύεται» την ίδια του την ικανότητα να επιβιώνει και να κυριαρχεί.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, το βουνό προσφέρει το αντίθετο, την απόλυτη εκμηδένιση. Μπροστά στο χαοτικό μέγεθος του γεωλογικού χρόνου, του όγκου των βράχων και των παγετώνων, την ανοιχτωσιά της οροσειράς, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι είναι μια ασήμαντη «κουκκίδα» στο σύμπαν. Αυτή η αίσθηση του να χάνεσαι, να σβήνεις μέσα στο απέραντο λευκό και να απαλλάσσεσαι από το βάρος της καθημερινής ανθρώπινης ταυτότητας, προκαλεί μια παράξενη, σχεδόν ναρκωτική ανακούφιση. Η «λήθη» είναι η γοητεία του να φλερτάρεις με το μηδέν, με το απόλυτο κενό και τη σιωπή. Γνώριμο μοτίβο στα πιο φροντισμένα πλάνα σύγχρονων βίντεο που αποτυπώνουν θεαματικά την αντίφαση: ημίθεοι αλπινιστές εξαφανίζονται μέσα στο μεγαλείο του τοπίου.
Ο Macfarlane, αν και ο ίδιος ορειβάτης και λάτρης των αγριότοπων, καταλήγει στο βιβλίο του σε μια «ομοβροντία», όπως χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς, ενάντια στον ακραίο αλπινισμό και την κουλτούρα του «mountain macho». Οι λόγοι της απόρριψης αυτής είναι κυρίως φιλοσοφικοί και ηθικοί. Εξετάζοντας εκτενώς την ιστορία του George Mallory (που χάθηκε στο Έβερεστ το 1924), δείχνει πώς η δυτική κουλτούρα μετέτρεψε αυτούς τους θανάτους σε ρομαντικά παραμύθια αυτοθυσίας και ευγενούς άμιλλας.
Το να ρισκάρεις τη ζωή σου σε μια επικίνδυνη αναρρίχηση (που πρακτικά δεν προσφέρει κάτι) δεν είναι πράξη ηρωισμού, αλλά μια μορφή εμμονής που αγγίζει τα όρια της παράνοιας. Επιπλέον, όταν το ρίσκο είναι ο θάνατος ή ο ακρωτηριασμός, η επιμονή να συνεχίζεις τις ακραίες αποστολές μετατρέπεται σε μια εγωιστική πράξη που αδιαφορεί για τις συνέπειες στις ζωές των άλλων γύρω σου· τότε το βουνό παύει να διευρύνει το μυαλό και αρχίζει να το καταστρέφει.
Αποσχισμένη πραγματικότητα
Όπως ο Macfarlane, έτσι και η Maria Coffey σημειώνει ότι ο ακραίος αλπινισμός απαιτεί μια σκληρή επιλογή: να βάλεις το βουνό πάνω από τους ανθρώπους σου. Στο βιβλίο της «Where the Mountain Casts Its Shadow», εξερευνά τη σκοτεινή πλευρά της extreme ορειβασίας, εστιάζοντας στο βαρύ τίμημα που πληρώνουν οι οικογένειες των ορειβατών.
Αντλώντας έμπνευση από τον χαμό του συντρόφου της Joe Tasker στο Έβερεστ το 1982, και μέσα από συνεντεύξεις με τη διεθνή ορειβατική κοινότητα, η συγγραφέας αποδομεί τον μύθο του αγνού ηρωισμού και αποκαλύπτει τις παράπλευρες απώλειες, τη διαρκή αγωνία των συντρόφων που ζουν σε «παγωμένη αναμονή», το δυσβάσταχτο κενό του να ζεις με έναν άνθρωπο που είναι συνεχώς «απών» ακόμη και όταν βρίσκεται στο σπίτι, τον θυμό των παιδιών που μένουν ορφανά, αλλά και το «σύνδρομο του επιζώντος» που βασανίζει όσους επιβιώνουν — την ίδια στιγμή που η κοινότητα συχνά κρύβει την τραγωδία κάτω από το χαλί για να συνεχίσει το κυνηγητό της επόμενης κορυφής.
Για την Coffey, η ορειβασία υψηλού επιπέδου λειτουργεί ως ένας εγωκεντρικός εθισμός στο ρίσκο, όπου η ροή της αδρεναλίνης και η απόλυτη διαύγεια απέναντι στον θάνατο δημιουργούν μια εμπειρία που η συμβατική ζωή αδυνατεί να ανταγωνιστεί. Πίσω από την ποιητική αφήγηση περί «σύνδεσης με τη φύση», κρύβεται η ανάγκη για επιβεβαίωση και η ψευδαίσθηση της αθανασίας, η οποία θέτει τις προσωπικές επιθυμίες του αναρριχητή πάνω από τη συναισθηματική ασφάλεια των οικείων του. Ο αναρριχητής ελέγχει τη μοίρα του, ενώ η οικογένειά του επωμίζεται το βάρος μιας πιθανής καταστροφής. Η συγγραφέας θέτει το αμείλικτο ερώτημα: είναι το δικαίωμα στην ατομική ολοκλήρωση ανώτερο από την υποχρέωση να μην διαλύσεις τις ζωές όσων αγαπάς;
Οι ψυχοθεραπευτές Pat Hunt και Brian Daines, στο άρθρο τους «Defensive Processes Enacted through Mountaineering and Their Impact on Climbers», συμπληρώνουν τη θεώρηση αυτή υποστηρίζοντας ότι το βουνό λειτουργεί για τους αναρριχητές ως μια «αποσχισμένη» και εξιδανικευμένη πραγματικότητα, η οποία τους επιτρέπει να δραπετεύουν από τα άγχη, τις ευθύνες και τις συναισθηματικές απαιτήσεις της πεζής καθημερινότητας.
Μέσα από μηχανισμούς παλινδρόμησης, ο ορειβάτης βιώνει στο βουνό μια ναρκισσιστική ψευδαίσθηση του κατορθωτού και μια πρωτόγονη συγχώνευση με τη φύση, αντικαθιστώντας την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων με τη δυαδική, βολική και ελεγχόμενη μάχη «άνθρωπος εναντίον βράχου».
Η ιδεατοποίηση του βουνού ως πηγής νοήματος και ασφάλειας καταρρέει βίαια όταν ο ορειβάτης έρθει αντιμέτωπος με τον θάνατο ή την απώλεια του σχοινοσυντρόφου. Τότε το βουνό αποκαλύπτεται ως απειλή, και η επιστροφή στην καθημερινότητα συνοδεύεται από άγχος, κατάθλιψη και υπαρξιακό κενό.
Παράλληλα, επειδή η κύρια συναισθηματική επένδυση κατευθύνεται στο βουνό, οι πραγματικές σχέσεις (σύζυγοι, παιδιά) παραμελούνται ή βιώνονται ως δευτερεύουσες. Η extreme ορειβασία ερμηνεύεται ως ασυνείδητη προσπάθεια διαχείρισης εσωτερικών συγκρούσεων, που προσφέρει προσωρινή ανακούφιση αλλά έχει βαρύ μακροπρόθεσμο κόστος στη συναισθηματική σταθερότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις.
Σίσυφος
Για τον φιλόσοφο και αναρριχητή Rufus Duits, η ορειβασία δεν είναι ούτε ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας ούτε κοινωνική κατασκευή, αλλά μια υπαρξιακή πρακτική που μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος ορίζει τη θέση του στον κόσμο και την ταυτότητά του. Στο κείμενό του «Ορειβασία, Μύθος και το Νόημα της Ζωής», υποστηρίζει ότι η άμεση, σωματική επαφή με το βουνό φέρνει τον ορειβάτη αντιμέτωπο με τα όρια της συνείδησης, της αντίληψης και του σώματός του.
Η ανάβαση, η κακουχία και η έκθεση σε κινδύνους επιβάλλουν μια κατάσταση εντατικής παρουσίας στο παρόν, όπου οι καθημερινές αφηγήσεις περί εαυτού και οι κοινωνικοί τίτλοι υποχωρούν, ενώ η αντίληψη συγχωνεύεται με την κίνηση, συγκροτώντας μια «ταυτότητα πράξης»: είμαστε αυτό που κάνουμε τη συγκεκριμένη στιγμή, μέσα από τη δράση μας, και όχι αυτό που δηλώνουμε κοινωνικά.
Η εμπειρία αυτή οδηγεί σε μια δημιουργική αυτο-υπέρβαση, καθώς ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τον εαυτό του κέντρο του κόσμου και εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο πεδίο των φυσικών δυνάμεων, ενώ η σχέση με τον σχοινοσύντροφο προσδίδει στην ταυτότητα έναν βαθιά συλλογικό χαρακτήρα που θεμελιώνεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και την κοινή έκθεση στον κίνδυνο.
Όπως στον μύθο του Σισύφου —όπου η αιώνια επανάληψη της κύλισης του βράχου φαντάζει παράλογη, αλλά ο Albert Camus τον θεωρεί ευτυχισμένο μέσα από την αποδοχή της προσπάθειάς του— έτσι και στην ορειβασία, η κατάκτηση μιας κορυφής δεν έχει νόημα ως ατομικό επίτευγμα, αλλά ως συνειδητή επιλογή ελευθερίας, όπου η αληθινή ταυτότητα και το νόημα της ζωής ανακαλύπτονται μέσα στη διαδρομή, την προσπάθεια και τη σωματική εγγύτητα με τον κόσμο.
Αυτή η εσωτερική, υπαρξιακή θεώρηση του Duits έρχεται σε δημιουργική αντίθεση με την ευρύτερη κοινωνιοψυχολογική έρευνα, η οποία επιχειρεί να ερμηνεύσει την οικειοθελή ανάληψη ρίσκου στον αθλητισμό μέσα από τρεις βασικούς άξονες.Την ατομικιστική προσέγγιση, που αποδίδει το ρίσκο σε εγγενή ψυχολογικά ή γενετικά χαρακτηριστικά (όπως η «Προσωπικότητα Τύπου Τ» και η αναζήτηση έντονων συγκινήσεων).Τη φαινομενολογική προσέγγιση, που εστιάζει στην εσωτερική ικανοποίηση και την εμπειρία της «ροής» (flow).Την κοινωνιολογική προσέγγιση, η οποία εξετάζει το φαινόμενο είτε ως βαλβίδα αποσυμπίεσης από μια υπερασφαλισμένη κοινωνία είτε ως συμμόρφωση στις σύγχρονες πολιτισμικές επιταγές («ζήσε μια συναρπαστική ζωή»).
Όταν οι ίδιοι οι αναρριχητές καλούνται να δικαιολογήσουν την έκθεσή τους στον υπερβολικό κίνδυνο, καταφεύγουν συχνά σε απλές βιωματικές δηλώσεις, όπως «είναι διασκεδαστικό», «μου προσφέρει εξαιρετικές εμπειρίες», «με ζωντανεύει» ή «βάζει στόχους στη ζωή μου». Κάποιος πιο υποψιασμένος μπορεί να παραθέσει ρητά του υπαρξιστή αναρριχητή Peter Wessel Zapffe, όπως: «Η ορειβασία είναι εξίσου άνευ νοήματος όσο η ίδια η ζωή — γι' αυτό, η μαγεία της δεν μπορεί να πεθάνει ποτέ» ή «Είναι η απόλυτη εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας ακριβώς επειδή δεν εξυπηρετεί κανέναν ωφέλιμο, πρακτικό ή βιολογικό σκοπό». Είτε, τέλος, να προσπεράσει κάθε ανάγκη ερμηνείας με την κλασική, αφοπλιστική ατάκα του George Mallory: «Επειδή είναι εκεί».
Ζώνη Αξιοπιστίας
Οι Tommy Langseth και Øyvind Salvesen, αναρριχητές και ακαδημαϊκοί, αντιμετωπίζουν το ζήτημα από μια διαφορετική οπτική, αμφισβητώντας την ιδέα ότι η ανάληψη ρίσκου στην αναρρίχηση είναι μια αμιγώς προσωπική, εσωτερική ή «υπαρξιακή» υπόθεση, όπως υποστηρίζει ο Duits.
Στην εργασία τους «Rock Climbing, Risk, and Recognition», υποστηρίζουν με βάση τη θεωρία του Pierre Bourdieu ότι οι αναρριχητές παίρνουν ρίσκα όχι μόνο για ατομική ικανοποίηση, αλλά επειδή το ρίσκο λειτουργεί ως συμβολικό κεφάλαιο. Με την «αυτοεθνογραφική» τους έρευνα καταδύονται στα βαθύτερα κίνητρα της κοινότητας, αναδεικνύοντας ότι οι στόχοι, οι γραμμές, οι τεχνικές και τα βουνά που θεωρούνται άξια κατάκτησης δεν ορίζονται αυτόνομα από το άτομο, αλλά υπαγορεύονται από τις εδραιωμένες αξίες και την κουλτούρα της αναρριχητικής κοινότητας. Μέσω της κοινωνικοποίησης στο πεδίο, ο αναρριχητής υιοθετεί συγκεκριμένα πολιτισμικά πρότυπα ως δικά του συναισθήματα και όνειρα, αναπτύσσοντας ένα risk libido που συνδέει άμεσα την επικίνδυνη δράση με την κοινωνική αναγνώριση, ακόμη κι όταν η αναρρίχηση γίνεται σε πλήρη απομόνωση.
Η εξαργύρωση του ρίσκου σε κοινωνικό status δεν επιτυγχάνεται με τυφλή επικινδυνότητα, αλλά απαιτεί την εφαρμογή του μοντέλου της «Ζώνης Αξιοπιστίας». Για να κερδίσει ένας αναρριχητής τον σεβασμό της κοινότητας, θα πρέπει να διατηρεί μια ισορροπία.Να αναλαμβάνει προκλήσεις ανάλογες των δεξιοτήτων του, αποδεικνύοντας απόλυτο έλεγχο και επάρκεια, καθώς τόσο μια υπερβολικά ασφαλής διαδρομή όσο και μια αλόγιστα παράτολμη πράξη στερούνται αξίας.
Όποιος λειτουργεί εκτός αυτού του διαμορφωμένου πλαισίου δύσκολα γίνεται αποδεκτός στην κοινότητα — η οποία, με τη σειρά της, συχνά κατηγορείται από τον μη ορειβατικό κόσμο για ελιτισμό και νοοτροπία κλίκας. Όταν όμως τα πρότυπα έχουν καθοριστεί από ιστορικές αναβάσεις στα Ιμαλάια, όπως του Hermann Buhl στο Nanga Parbat (1953) ή του Doug Scott στο Ogre (1977), αλλά και από πρωτοπόρους Έλληνες όπως ο Χρήστος Λάμπρης (Ama Dablam, 1987) και ο Κώστας Τσιβελέκας (Cho Oyu, 1990), γίνεται κατανοητό γιατί μια εμπορική ανάβαση (με χρήση συμπληρωματικού οξυγόνου και υποστήριξη Sherpas) σε οκτάρα κορυφή δεν μπορεί να θεωρηθεί στις μέρες μας κάτι σημαντικό.
Το σημαντικό έχει προσδιοριστεί άλλωστε από την ίδια τη διεθνή κοινότητα με τον θεσμό των «ορειβατικών Όσκαρ», το Piolet d’Or (στη λίστα με τις αξιόλογες αναβάσεις του οποίου είχαμε μέχρι τώρα μόλις μία ελληνική συμμετοχή, μάλιστα για δική μας κορυφή: Τσούκα Ρόσα, 2024). Η άνοδος στην ορειβατική ιεραρχία προϋποθέτει τη βαθιά εμπέδωση των άγραφων κανόνων του «παιχνιδιού», όπου η αναγνώριση κερδίζεται μόνο μέσα από τη σωστή ισορροπία ρίσκου, στυλ και ελέγχου.
Πολλοί/ές από εσάς μπορεί να πιστεύετε ότι τα κίνητρά σας στην αναρρίχηση δεν έχουν καμία σχέση με την αναγνώριση ή το status, αλλά ότι αφορούν μια εσωτερική σας αναζήτηση ή την ανάγκη να αποδείξετε στον εαυτό σας, να ξεπεράσετε τον φόβο, να βελτιωθείτε, να ανεβείτε κλίμακα βαθμολογίας... Όμως αυτή ακριβώς η «κλίμακα» στην οποία δοκιμάζεστε δεν είναι κάτι που καθορίσατε εσείς οι ίδιοι. Η αναρρίχηση δεν είναι ιδιοσυγκρασιακή, καθώς η έννοια της «δυσκολίας» — είτε πρόκειται για ένα 6a, ένα 8b, είτε για μια επικίνδυνη trad γραμμή — δεν είναι μια αφηρημένη φυσική ιδιότητα, αλλά ένα σύστημα αξιών, κανόνων και ιεραρχιών που έχει ήδη ορίσει η κοινότητα.
Όταν επιλέγετε να σκαρφαλώσετε μια διαδρομή, π.χ. στην Γκαμήλα, και να αναλάβετε το ρίσκο που συνεπάγεται, στην πραγματικότητα υποτάσσεστε σε αυτούς τους εξωτερικούς κανόνες, επιζητώντας την κατάκτηση ενός στόχου που η κουλτούρα των ομοίων μας έχει ήδη βαφτίσει ως σημαντικό, τρομακτικό ή σπουδαίο. Ακόμα κι αν η αναγνώριση από τον πολύ κόσμο σάς αφήνει αδιάφορους, το «send» δεν είναι ποτέ αμιγώς προσωπικό· το εγώ σας τροφοδοτείται από το υπόγειο status της αναρριχητικής κοινότητας, ρισκάροντας απέναντι σε μια πρόκληση με ήδη διαμορφωμένο κοινωνικό βάρος για να επιβεβαιώσει την αξία και την ικανότητά του μέσα από ένα πλαίσιο που έθεσαν άλλοι.
Τελικά, η αναρρίχηση αποκαλύπτει τη διπλή μας φύση: την αιώνια τάση του «Εγώ» να κατασκευάζει νόημα, να αναζητά status και να αρνείται τα όριά του, απέναντι στην απόλυτη αλήθεια ενός βράχου που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Είτε σκαρφαλώνουμε για ένα tick στο Instagram είτε για να αποδείξουμε την αξία μας στους συντρόφους μας, το ρίσκο που αναλαμβάνουμε φέρει τη σφραγίδα των κοινωνικών μας εξαρτήσεων. Αν το βουνό έχει κάτι ουσιαστικό να μας διδάξει, δεν είναι το πώς να γίνουμε ημίθεοι της επίδοσης, αλλά πώς να παραμείνουμε άνθρωποι: να αποδεχτούμε την ασημαντότητά μας μπροστά στο μεγαλείο της φύσης, να σεβαστούμε όσους μας περιμένουν πίσω και να μάθουμε, όταν χρειάζεται, να υποχωρούμε.
Φωτογραφίες: αρχείο Γιώργου Βουτυρόπουλου