Φόρτωση...

«Αν ψάχνεις για διαμάντια, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να σκάψεις βαθιά και να λερωθείς.»
Ralph Waldo Emerson
«Γιατί κάθε ιστορία με διαμάντια να είναι αμαρτωλή», ρώτησα μια μέρα τον Ρωποπερπερήθρα.. κάπως έτσι ήρθε η απάντηση του: «Τα διαμάντια έχουν συνδεθεί με την «αμαρτία» επειδή αποτελούν το απόλυτο παράδοξο της ανθρώπινης φύσης, ένας απλός άνθρακας είναι, με τεράστια αξία όμως και ελάχιστο όγκο. Ιδανικά για λαθρεμπόριο, δωροδοκίες, μονοπώλια. Βγαίνουν από τα έγκατα της γης με αίμα και προκαλούν τα πιο πρωτόγονα ένστικτα, απληστία, ζήλια, προδοσία και έγκλημα. Από το "Koh-i-Noor" της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το θρυλικό "Hope Diamond", οι ιστορίες τους είναι γεμάτες ίντριγκες, δολοφονίες και καταστροφές».
Είναι πραγματικά παράδοξο (μήπως «καρμικό»;) που μια πρωτοποριακή εταιρεία αναρριχητικού εξοπλισμού στο χείλος της καταστροφής επέλεξε την μετονομασία της σε Black Diamond για να ξεφύγει από το αμαρτωλό της παρελθόν. Και όμως αυτό φαίνεται να συνέβη με την Chouinard Equipment την εταιρεία που ίδρυσε ο θρυλικός αναρριχητής του Yosemite Yvon Chouinard το 1957 στην αυλή του σπιτιού του, οπού σφυρηλατούσε μόνος του τα περίφημα επαναχρησιμοποιούμενα καρφιά του, η πορεία της οποίας επρόκειτο να καταγραφεί ως ένα από τα πιο συναρπαστικά, συνάμα «σκοτεινά» κεφάλαια της αναρριχητικής ιστορίας.
Τα καρφιά λοιπόν του Chouinard έγιναν γρήγορα ανάρπαστα για την ποιότητά τους και η εταιρεία του σύντομα κατέκτησε ηγετικό ρόλο στη κατασκευή ποικίλλου αναρριχητικού εξοπλισμού στις ΗΠΑ. Για να χρηματοδοτήσει τη σκληρή και χαμηλού κέρδους δραστηριότητα των μεταλλικών ασφαλειών, ο Chouinard άρχισε να πουλάει και ρούχα έναν τομέα που αργότερα αποσχίστηκε και ονομάστηκε Patagonia.
Στις αρχές ωστόσο της δεκαετίας του '70, συνειδητοποίησε ότι το προϊόν που τον έκανε πλούσιο —τα χαλύβδινα καρφιά — κατέστρεφε τα βράχια. Στο Yosemite, οι δημοφιλείς διαδρομές είχαν γεμίσει μόνιμες, αντιαισθητικές τρύπες και ρωγμές από το συνεχές σφυρηλάτημα. Έτσι το 1972, ο Chouinard πήρε μια πρωτοφανή απόφαση. Σταμάτησε να προωθεί τα καρφιά, που αποτελούσαν το 70% των πωλήσεών του, και αποφάσισε να αλλάξει ολόκληρη την αναρριχητική κουλτούρα. Με τον νέο κατάλογο-μανιφέστο της Chouinard Equipment που ξεκινούσε με ένα δοκίμιο 14 σελίδων για το "Clean Climbing" (Καθαρή Αναρρίχηση), διακήρυξε στους αναρριχητές τις βασικές αρχές του σκαρφαλώματος χωρίς να μένει ίχνος στον βράχο.
Στη θέση των καρφιών, λάνσαρε αλουμινένιες σφήνες (Stoppers) και εξάγωνα μεταλλικά κομμάτια (Hexentrics). Αυτά τοποθετούνταν με το χέρι στις φυσικές σχισμές του βράχου και αφαιρούνταν εύκολα χωρίς να τραυματίζουν το πέτρωμα. Αυτή η φιλοσοφία ήταν που οδήγησε αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του '80, στη δημιουργία του Camalot, που αποτέλεσε το πιο εμπορικό προϊόν της εταιρείας.
Εκείνη την εποχή ωστόσο η Chouinard Equipment έχοντας επεκτείνει κι άλλο την γκάμα των προϊόντων της θα εμπλακεί σε μία από τις πιο παράλογες αλλά και διδακτικές υποθέσεις στην ιστορία του αμερικανικού εταιρικού δικαίου.
Στις ΗΠΑ, στα τέλη της δεκαετίας του '80, αυξήθηκαν ραγδαία οι αγωγές με την αιτιολογία του «Failure to Warn» (αποτυχία επαρκούς προειδοποίησης για τους κινδύνους). Η εταιρεία βρέθηκε στο στόχαστρο για αστείες, απίστευτες χρήσεις των προϊόντων της αν και κανένα από αυτά δεν αποδείχθηκε ποτέ ελαττωματικό!
Η αρχή έγινε με έναν άνδρα που έσπασε τον αστράγαλό του παίζοντας «διελκυστίνδα» και ο οποίος έκανε αγωγή επειδή η συσκευασία του σχοινιού της Chouinard δεν έγραφε «μην το χρησιμοποιείτε για διελκυστίνδα». Ακολούθησε ένας καθαριστής παραθύρων, ένας υδραυλικός κι ένας σκηνικάριος που μήνυσαν την εταιρεία επειδή χρησιμοποίησαν αναρριχητικό εξοπλισμό στην εργασία τους και τραυματίστηκαν, με την αιτιολογία ότι η εταιρεία δεν τους είχε προειδοποιήσει ότι ο εξοπλισμός δεν προοριζόταν για οικοδομικές/βιομηχανικές εργασίες!
Ύστερα ήρθε η χαριστική βολή. Ένα δικηγόρος σκοτώθηκε στα βουνά Tetons σε σχολή αρχαρίων επειδή είχε δεθεί λάθος στη ζώνη αναρρίχησης. Η οικογένεια προσδοκώντας τα μέγιστα κέρδη ζήτησε εξωφρενική αποζημίωση. Η ασφαλιστική της Chouinard Equipment στο μεταξύ, αντί να υποστηρίζει σθεναρά στα δικαστήρια τον πελάτη της, κρίνοντας ότι το δικαστικό κόστος ήταν ασύμφορο, προτιμούσε να συμβιβάζεται εξωδικαστικά πληρώνοντας αποζημιώσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα ασφάλιστρα της εταιρείας να αυξηθούν κατά 2.000% μέσα σε έναν χρόνο!
Έτσι το 1989 ο Chouinard, βλέποντας ότι η μικρή εταιρεία εξοπλισμού δεν μπορούσε να επιβιώσει οικονομικά από τα ασφάλιστρα και τις αγωγές (και κινδύνευε να συμπαρασύρει και την Patagonia), αποφάσισε να την οδηγήσει σε ελεγχόμενη πτώχευση.
Η πτώχευση «πάγωσε» τις αγωγές και έδωσε χρόνο στην εταιρεία να διασωθεί τελικά από τους ίδιους της τους υπαλλήλους. Ο διευθυντής της εταιρείας, Peter Metcalf, μαζί με μια ομάδα 45 εργαζομένων, πίστευαν ακράδαντα στο μέλλον του εξοπλισμού. Συγκέντρωσαν περίπου $900.000 (μέσω δανείων, υποθηκών στα σπίτια τους και ιδιωτών επενδυτών) και αγόρασαν τα μηχανήματα, τα σχέδια και τις πατέντες της πτωχευμένης εταιρείας από το δικαστήριο. Ο Chouinard κράτησε την Patagonia, ενώ οι υπάλληλοι μετακόμισαν στη Γιούτα, άλλαξαν το όνομα σε Black Diamond Equipment και ξεκίνησαν από το μηδέν, βάζοντας πλέον σε κάθε προϊόν τεράστιες, αναλυτικές προειδοποιήσεις ασφαλείας — μια πρακτική που άλλαξε για πάντα τη συσκευασία του εξοπλισμού outdoor παγκοσμίως!
Από το 1989 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η Black Diamond αναπτύχθηκε ραγδαία υπό τη διεύθυνση του Peter Metcalf. Ωστόσο, η παραγωγή αναρριχητικού εξοπλισμού (καραμπίνερ, κράνη, Camalots, εξοπλισμός σκι) απαιτεί τεράστια κεφάλαια για έρευνα, ανάπτυξη, δοκιμές ασφαλείας και γραμμές παραγωγής.
Όταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση το 2008, η εταιρεία χρειαζόταν επειγόντως νέα κεφάλαια για να επεκταθεί διεθνώς και να εξαγοράσει άλλα brands, όπως την εταιρεία ενδυμάτων POC και την εταιρεία σακιδίων Gregory. Ο λύκος της Wall Street, Warren Kanders που ειδικευόταν στις λεγόμενες "Shell Companies" (εισηγμένες εταιρείες-«κέλυφος» στο χρηματιστήριο, που διαθέτουν ρευστότητα και ψάχνουν να εξαγοράσουν κερδοφόρες επιχειρήσεις) καραδοκούσε.
Τον Μάιο του 2010, η εταιρεία του Clarus Corp εξαγόρασε την Black Diamond Equipment έναντι 110 εκατομμυρίων δολαρίων. Ταυτόχρονα, η Clarus εξαγόρασε και την Gregory Mountain Products για $45 εκατομμύρια, δημιουργώντας έναν ισχυρό όμιλο outdoor εξοπλισμού.
Για τον Metcalf και τους εργαζόμενους-μετόχους, η πώληση στην Clarus Corp προσέφερε δύο μεγάλα πλεονεκτήματα: Είσοδος στο Χρηματιστήριο (NASDAQ). Η BD έγινε αυτόματα δημόσια εισηγμένη εταιρεία μέσω της Clarus, αποκτώντας πρόσβαση σε εκατομμύρια δολάρια επενδυτικών κεφαλαίων. Ο Kanders υποσχέθηκε επίσης, ότι η διοικητική ομάδα της BD (με έδρα τη Salt Lake City) θα διατηρούσε τον πλήρη έλεγχο του σχεδιασμού και της ποιότητας των προϊόντων, ενώ ο ίδιος θα διαχειριζόταν μόνο τα χρηματοοικονομικά.
Ο Metcalf παρέμεινε CEO της Black Diamond για λίγα ακόμη χρόνια μέχρι την συνταξιοδότησή του, οπότε ο πλήρης μετοχικός και στρατηγικός έλεγχος πέρασε οριστικά στον Kanders.
Σταδιακά, ο Kanders χρησιμοποίησε την Clarus για να εξαγοράσει και εταιρείες εκτός του παραδοσιακού outdoor (όπως εταιρείες παραγωγής πυρομαχικών και αξεσουάρ όπλων), συνδέοντας έτσι το όνομα της Black Diamond με τις υπόλοιπες αμυντικές και επενδυτικές δραστηριότητές του.
Ο κόσμος συνέχιζε να αγοράζει τα BD ανέμελα πάρα τις «παράλληλες» δραστηριότητες του ιδιοκτήτη, ώσπου το καλοκαίρι του 2020 κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων στις ΗΠΑ συνέπεια του Black Lives Matter, διαπιστώθηκε ότι τα δακρυγόνα που χρησιμοποίησε η αστυνομία κατασκευάζονταν από μια άλλη εταιρεία του Kanders τη Safariland. Φύσιγγες δακρυγόνων και χειροβομβίδες κρότου λάμψης της Defense Technology θυγατρικής της Safariland, έχουν φωτογραφηθεί σε επεισόδια σε 22 χώρες του κόσμου και στην Αθήνα, σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία. Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι η Clarus είχε στην κατοχή της και τις εταιρείες Sierra Bullets και Barnes Bullets, δύο από τις πιο γνωστές αμερικανικές εταιρείες παραγωγής σφαιρών υψηλής ακρίβειας για κυνήγι, σκοποβολή και στρατιωτικές χρήσεις.
Αναρριχητές, αθλητές και ακτιβιστές δημιούργησαν τότε την καμπάνια #BoycottBlackDiamond. Κατηγόρησαν την BD για «ηθική υποκρισία» όταν τάσσεται υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων την ίδια ώρα που ο κύριος μέτοχός της βγάζει κέρδη από όπλα καταστολής. Αρκετοί ακύρωσαν χορηγίες ή αρνήθηκαν να συνεργαστούν με την BD, ενώ πολλοί καταναλωτές στράφηκαν σε εναλλακτικά brands (Petzl, Metolius).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη διαμαρτυρία, η πίεση δεν προήλθε από την αποχώρηση των «μεγάλων ονομάτων» της Black Diamond (όπως ο Adam Ondra, η Babsi Zangerl ή ο Alex Honnold, οι οποίοι διατήρησαν τα συμβόλαιά τους), αλλά από τοπικούς ambassadors, αναρριχητικές οργανώσεις, γυμναστήρια σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Οι επαγγελματίες αθλητές δεσμεύονται με ισχυρές ρήτρες στα συμβόλαια τους και έτσι προτίμησαν έμμεσους τρόπους αντίδρασης: δημόσια τοποθέτηση υπέρ των κοινωνικών δικαιωμάτων, εσωτερική πίεση και δωρεές.
Η μαζική κατακραυγή και η ηχηρή αποχώρηση 8 διακεκριμένων καλλιτεχνών από την Μπιενάλε του μουσείου Whitney στην Νέα Υόρκη όπου ο Kanders ήταν αντιπρόεδρος (και παραιτήθηκε), τον οδήγησε τελικά να απεμπλακεί το 2024 από τη πολεμική βιομηχανία και να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε outdoor brands.
Μπορεί η ένταση του μποϊκοτάζ να υποχώρησε έκτοτε, καθώς η Black Diamond παραμένει ηγετική δύναμη στον εξοπλισμό. Ωστόσο, στην αναρριχητική κοινότητα έχει απομείνει το ηθικό στίγμα. Πολλοί αναρριχητές διεθνώς εξακολουθούν να αποφεύγουν τα προϊόντα BD, θεωρώντας ότι τα κέρδη από την αγορά ενός Camalot ή ενός κράνους συνεχίζουν να τροφοδοτούν το χαρτοφυλάκιο του αδίστακτου Kanders. Υπενθυμίζοντας μας ότι το σκότος όπως και η λάμψη των διαμαντιών μπορεί να είναι παντοτινά.