Φόρτωση...

Αυτή τη φορά η παρουσία μου στο καθιερωμένο απογευματινό ραντεβού κάθε Παρασκευής που ορίζει το τέλος μιας κουραστικής εβδομάδας και την έναρξη της βουνίσιας περιπέτειας του Σαββατοκύριακου, ήταν αβέβαιη. Κόντρα στα προγνωστικά κατάφερα να συναντήσω την αγαπημένη αλπινο-παρέα, που με διάθεση για εξερεύνηση έβαζε πλώρη για την Γκιώνα, με το βλέμμα στραμμένο στην ξεχασμένη ορθοπλαγιά του Λάζου.
Μετά την απαραίτητη στάση ανεφοδιασμού στην Αμφίκλεια για μπύρα και σουβλάκι, και την αναπόφευκτη συνάντηση με φίλους και εκπαιδευτές που θα ανηφόριζαν στα ίδια μέρη για σχολικές υποχρεώσεις Μέσου Επιπέδου, τραβήξαμε για τον – όχι και τόσο δύσβατο – χωματόδρομο, στο τέλος του οποίου διανυκτερεύσαμε. Ξύπνημα, καφές και ανάβαση στη Βαθιά Λάκκα. Γρήγορα ανεβήκαμε… η αερόβια προπόνηση στις – όχι και τόσο αλπικές – κόψεις της Αττικής φαίνεται να αποδίδει.
Παρατάμε τα σακίδια, φορτώνουμε τα υλικά στα μποντριέ και τα σκίτσα των διαδρομών στα κινητά μας και ξεκινάμε. Τρείς σχοινοσυντροφιές, σε τρείς διαδρομές ως μία παρέα, στην ίδια περιοχή της Πυραμίδας με οπτική και ακουστική μεταξύ μας επαφή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των αναβάσεων. Λίγο ο εξαιρετικής ποιότητας βράχος της Γκιώνας, λίγο η δύναμη της συντροφιάς… και πολύ η ανυπομονησία για την επόμενη μέρα, μας ανεβάζουν στην έξοδο των διαδρομών που επιλέξαμε, όπου σμίξαμε ξανά, παίρνοντας το μονοπάτι της επιστροφής.
Το απόγευμα μας βρίσκει ξαπλωμένους στα ηλιόλουστα λιβάδια πάνω από την πηγή, με το μυαλό όλων στην επόμενη μέρα. Τον πραγματικό στόχο της εξόρμησης και κρυφό (ή όχι και τόσο κρυφό) πόθο μερικών από εμάς να βρεθούμε ίσως στην πιο χαοτική ορθοπλαγιά του Βουνού, αυτή που έχει πρόσωπο στο Λαζόρεμα. Ή μάλλον πρόσωπα, αφού όπως λέει με ενθουσιασμό κι ένας γνώστης της περιοχής, «είναι στην πραγματικότητα οκτώ ορθοπλαγιές, όχι μία!». Φαγητό, ξεκούραση και εκμαίευση πληροφοριών.
Πάμε λίγο πίσω… όταν γεννήθηκε αυτός ο πόθος μέσα από το δέος που νιώσαμε διαβαίνοντας πρώτη φορά το μονοπάτι που περνά στο δάσος κάτω από την συγκεκριμένη ορθοπλαγιά. Και ζωντάνεψε ξανά όταν έπεσε στα χέρια μας μια φωτογραφία από κάποιο βιβλίο με τίτλο «Τα βουνά της Ρούμελης». Συγκεκριμένα μια ασπρόμαυρη, θολή φωτογραφία με χαράξεις καμιάς 30αριάς διαδρομών. Τσακμακίδης, Zerf, Μποτίνης, Σπανούδης, Καπογιαννάτου, Ελευθεριάδης και άλλα γνώριμα – από ιστορίες – ονόματα… 1959, 1963, 1967, 1968… Δηλαδή 800 m – 900 m εύκολης τεχνικά (ή όχι και τόσο εύκολης) αλπικής αναρρίχησης, με άρβυλο και τριχιά! Κλειδί της επιτυχίας τους: το πάθος για την εξερεύνηση και την περιπέτεια. Από αυτό και η δικιά μας, 6μελής αυτή τη φορά, παρέα έχει αποδείξει ότι έχει μπόλικο…
No 27 – Κριαροζάστανο.
Η χάραξη φαίνεται να ακολουθεί μια κόψη σε ένα από τα λίγα “αδύναμα σημεία” της ορθοπλαγιάς, με περάσματα έως IV+.
Η δύση του ηλίου μας βρίσκει σε ένα γρασιδένιο μπαλκόνι με θέα την ορθοπλαγιά του Λάζου, να ακούμε ιστορίες και περιγραφές και να προσπαθούμε να τις εντάξουμε σε ότι βλέπουμε από μακριά, να τις παντρέψουμε με ότι θωρούν τα μάτια μας, μια κακή για τα δεδομένα της εποχής χάραξη, κι ένα ακόμα χειρότερο σκίτσο.
«Περνάς την κλειδαρότρυπα, βγαίνεις στο πατάρι της JAF.. μπαίνεις στο δεξί άκρο του αμφιθεάτρου και μετά.. όλο ευθεία πάνω. Από τα εύκολα… Την φλοίδα μοιάζει να μπορείς να την περάσεις από μέσα. Καλύτερα απ’ έξω και δεξιά». Με αυτές τις συμβουλές και την άσβεστη όρεξη για περιπέτεια τρυπώνουμε στους υπνόσακους.
Λίγο η ανυπομονησία, λίγο το τρύπιο μας κεφάλι, ο ύπνος ήταν ανήσυχος και λιγοστός. 06.30 π.μ.: «Ξύπνα Φάνη, έχετε αργήσει!». Πετάγομαι σαν ελατήριο, τυλίγω τον υπνόσακο σχεδόν πριν καν βγω από μέσα. Ελπίζω να μην περιμένουν εμένα… Λίγο καφέ, νερό από την πηγή και δρόμο.
Κατηφορίζουμε παράλληλα με το ρέμα, έχοντας στα αριστερά μας χαώδεις ορθοπλαγιές. Κάπου εδώ πρέπει να μπαίνουμε... Δεξιά ή αριστερά από την κόψη; Ας μην χωριστούμε… Βλέπουμε ένα επικλινές πατάρι με 4-5 μεγάλα έλατα στον ορίζοντα. Μάλλον αυτή είναι η “κλειδαρότρυπα”, ελάτε. Λίγο σκραμπλινκ σε χόρτα και δέντρα, περνάμε κάτω από τα κλαδιά τους και με έναν αέρινο διασκελισμό βρισκόμαστε στο καλά κρυμμένο πατάρι οπού κατά τα λεγόμενα βρίσκεται μία από τις ομορφότερες αλπικές διαδρομές της Ελλάδας. «H15 V65», διαβάζουμε στο βράχο, με μαύρη, ξεθωριασμένη μπογιά. Είμαστε σίγουρα στο πατάρι της JAF. Ίσως κάποια στιγμή βρεθούμε να πλανιόμαστε στα ντουβάρια της… Όχι ακόμα. Όχι σήμερα. Προσπερνάμε την θρυλική αυτή διαδρομή έχοντας νιώσει το ελάχιστο της μαγείας της, και τώρα… Αρχίζει το route-finding. Από πάνω μας ένα χαοτικό σύμπλεγμα ντουβαριών, πιλιέ, σχισμών και απροσπέλαστων τοίχων. Όλο δεξιά, μοιάζει να έχει σημείο αδυναμίας…
Μετά τα πρώτα 200 m δεν συναντάς πια δέντρα. Η επιστροφή δεν υπάρχει ούτε σαν σκέψη. Συναντάμε μια εντυπωσιακή, διμερή σπηλιά. Ιδανικό μέρος για να ξαποστάσουμε και να γίνει το απαραίτητο assessment για την συνέχεια της διαδρομής. Λίγο πάνω και δεξιά. Μάλλον αυτή είναι η “φλοίδα”… Ένα πέρασμα, κι άλλο ένα… Γρασιδένιες κόψεις, ράμπες και σαθρά λούκια ανάμεσα σε όρθια βράχια, από τα πιο επιβλητικά που έχω συναντήσει. Περιττώματα κατσικιών και ίχνη από τα χοροπηδητά τους, επιβεβαιώνουν το όνομα της διαδρομής και μας υποδεικνύουν τα επόμενα βήματα. Το κεντρικό λούκι του Λάζου το έχουμε στα δεξιά μας, μάλλον πάμε καλά… Και ξανά τοίχος.
Το σκίτσο που βιαστήκαμε να κακοχαρακτηρίσουμε έδωσε την απάντηση. Δείχνει μια καμινάδα IV+. Ταιριάζει. Ένα όχι και τόσο όρθιο καμινάδο–δίεδρο ανάμεσα στο όρθιο χάος. Δεν μπορεί να πηγαίνει από αλλού… Κάλφας και Νικόλας σπάνε στη μέση τη σχοινιά και μας οδηγούν στο επόμενο πατάρι. Το αναρριχητικό θάρρος της παρέας και το… μαγικό ρολόι που μαρτυράει το υψόμετρο μας δίνουν ελπίδες. Δεν πρέπει να έχουμε πολύ ακόμα για την κορυφογραμμή, 200 – 300 m… Η συνέχεια σε χορταριασμένο λούκι τύπου Jenga. Όρθιο αρκετά για να σε κάνει να αισθάνεσαι την έκθεση. Θέλω να συνεχίσω λίγο πιο πάνω… «Τι βλέπεις; Βγαίνει;». Μοίαζει να βγαίνει, δεν ξέρω όμως που… πρέπει να ανέβω κι άλλο για να δω. «Άλλα 10 m!». Δεν φτάνει το σχοινί…
Ρελέ σε φρεντάκια και καρύδια και ανασυγκρότηση. Η πρώτη, ανυπόμονη δυάδα που φτάνει κοντά μου τρέχει, χωρίς δεύτερη σκέψη, στη συνέχεια του λουκιού. «Δεν γίνεται να μην βγαίνει από δω. Αν βγαίνει σε γκρεμό είμαστε άξιοι της μοίρας μας». Μετά από λίγο ακούγεται η φωνή του Νικόλα. «Βγήκαμε ρεε!». Ίσα που πρόλαβε να κάνει ρελέ σε ένα βολικό μυτίκι πριν ορμήσουμε σε αυτό που ελπίζουμε να είναι η τελευταία σχοινιά. Λίγο ακόμα σκραμπλινκ σε χορταριασμένα και σαθρά νερολούκια, μια γιδόστρατα σε σάρα και λίγα ακόμα ίχνη και περιττώματα μας οδηγούν εκεί που θέλουμε. «Έχουμε βγει, εδώ σκάει η Zerf, περάσαμε έναν Απρίλιο με τη σχολή μέσου». Θα πάρουμε την κόψη στα δεξιά της. «Σχεδόν ξεκούραστα κιόλας, το κάρντιο όντως αποδίδει». Η τελευταία ανηφόρα με έκανε να μετανιώσω αυτή την ατάκα…
Βγαίνοντας στην κορυφή, οι γνώριμες φάτσες εμφανίζονται ξανά μπροστά μας. Χαμόγελα ικανοποίησης και περηφάνειας από εμάς και τους φίλους, εμπνευστές, εκπαιδευτές μας. Τι γλυκό να μας περιμένουν εδώ… «Όχι ρε, την τελευταία σχοινοσυντροφιά της σχολής περιμένουμε». Φυσικά…
Πίνουμε το τελευταίο μας νερό, μοιραζόμαστε δυο-τρεις μπάρες και μερικές ελιές και, αφού βγάλουμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, τραβάμε για το δρόμο της επιστροφής.
Στάση ξανά για μπύρες και σουβλάκια (πληθυντικός αυτή τη φορά). Στις κουβέντες, τα γέλια και τα βλέμματά μας διακρίνεται μια ικανοποίηση, μια γλυκιά κούραση αλλά και η δίψα για (την επόμενη) περιπέτεια.
Μια ικανοποίηση που έρχεται από την πραγματοποίηση ενός πόθου, σε ένα περιβάλλον άγνωστο αλλά ταυτόχρονα κάπως οικείο, με μια συντροφιά που εκτός από δύναμη και ασφάλεια προσφέρει κίνητρο και μοιράζεται το όραμα.
Μια γλυκιά κούραση, αυτή του Σαββατοκύριακου, που μας κάνει να μην αντέχουμε την επόμενη μέρα «στο γραφείο» (ειδικά το ξύπνημά της), αλλά δίνει δυνάμεις για να βγει η εβδομάδα.
Και η δίψα για περιπέτεια, αυτή που έκανε τους πρωτοπόρους τις ορειβασίας να αναμετρηθούν με ορθοπλαγιές τέτοιου βεληνεκούς, βγαίνοντας άλλοτε αλώβητοι κι άλλοτε λαβωμένοι, ζώντας εμπειρίες, που γίναν ιστορίες, που γίνανε όραμα για μας και τη γενιά μας.
Πίσω λοιπόν στη βία της καθημερινότητας, μετά την ολοκλήρωση μιας πραγματικά βουνίσιας διαδρομής, κατάλληλης για όποιον θέλει να νιώσει όπως τα αγριόγιδα που περιπλανώνται στις δαιδαλώδεις ορθοπλαγιές του Λάζου ή πως φοράει τις μπότες των ορειβατών του 68 όταν, σε μια δικιά τους συνάντηση, επιτέθηκαν στο άγνωστο. Διαδρομής που προσφέρεται για χειμερινές επαναλήψεις, εξάσκηση στο route-finding και την παράλληλη κίνηση.
Μπορεί η αναρρίχηση τραβώντας χόρτα και πατώντας χώματα να μην προσομοιάζει εκείνη που φαντάζεται η πλειονότητα του κόσμου αλλά αν σηκώσεις το κεφάλι από τα γκαστόν και τις φτέρνες –πλάκα κάνω, μας αρέσει και το σφίξιμο- θα αντικρίσεις έναν κόσμο πανέμορφο, άγριο και ελεύθερο. Άλλωστε αν θες να εξερευνήσεις τις μυριάδες προοπτικές που έχει το εν λόγω σύμπλεγμα, τι καλύτερο από ένα scouting μέσω αυτής της γνήσιας αλπικής κούρσας. Άλλωστε τα 900 m υψομετρικής, τα έχεις στο τσεπάκι…
Ως το επόμενο ραντεβού… (σχοινο)συντρόφια, ευχαριστώ.
Το σκίτσο της διαδρομής και η επιμέλεια του κειμένου αποτελούν προσφορά του καρδιακού φίλου και σχοινοσυντρόφου Κάλφα

Αυτή η ορθοπλαγιά...

Η εντυπωσιακή σπηλιά

Κριάρια μεσ' το ζάστανο

Ντουβάρια όρθια...

Κι άλλα ντουβάρια

Άντε, λίγο ακόμα...

Βγήκαμε ρεε!

Το σκίτσο της διαδρομής