Φόρτωση...

Η συνεχόμενη αύξηση της θερμοκρασίας τα τελευταία χρόνια έχει γίνει αισθητή και στα μέρη μας, εδώ στα Ιωάννινα. Σπορ πεδία στα οποία πριν μερικά χρόνια η μέγιστη θερμοκρασία ήταν στους 20-25 βαθμούς ακόμα και τον Ιούλιο πλέον είναι σχεδόν ανυπόφορα το καλοκαίρι.
Εγώ, σαν γνήσιο τέκνο της πλακέτας και της χαμηλής θερμοκρασίας, έψαξα να καρφώσω πεδία σε μεγαλύτερο υψόμετρο, έτσι ώστε να έχω χαμηλές θερμοκρασίες και το καλοκαίρι. Αυτό λειτούργησε για μερικα χρόνια, μέχρι που μαλάκωσε τόσο πολύ ο χειμώνας που η prime περίοδος για σπορ σκαρφαλωμα είναι πλέον από τα τέλη του φθινοπώρου μέχρι τα τέλη της άνοιξης.
Το καλοκαίρι όμως τι κάνουμε; Φυσικά, δεν γίνεται να ζεις διπλα στον ορεινό όγκο της Τύμφης και να μην βλέπεις το potential που έχει σε ορθοπλαγιές στα 2000+ υψόμετρο με τις χαμηλές αλπικές θερμοκρασίες, μπόλικες δημοσιευμένες γραμμές, και άπειρες πιθανότητες για καινούργιες.
Στην αρχή ξεκίνησα να επισκέπτομαι την δυτική πλευρά της Αστράκας με διάφορους φίλους. Εγώ, τελείως άπειρος στην αλπική αναρρίχηση, έχοντας επαναλάβει μονάχα μερικές παραδοσιακές γραμμές σε χαμηλά υψόμετρα. Αυτοί, συνήθως τελείως άπειροι από την παραδοσιακή αναρρίχηση γενικότερα. Στις πρώτες προσπάθειες δοκιμάσαμε την κλασική προσέγγιση που βλέπαμε να έχουν και οι υπόλοιποι στον ελλαδικό χώρο, δηλαδή να ξεκινάς Παρασκευή απόγευμα-βράδυ, φτάνεις στο σημείο που θα κατασκηνώσεις (που σε καμία περίπτωση δεν είναι η Δρακόλιμνη ή κάποια άλλη αλπική λίμνη!) π.χ., την τελευταία βρύση πριν το καταφύγιο της Αστράκας ή το ίδιο το καταφύγιο. Ξυπνάς, σκαρφαλώνεις, τρως, κοιμάσαι και repeat μέχρι που την Κυριακή παίρνεις τον δρόμο της επιστροφής.
Γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό μπορεί να αποφευχθεί, τουλάχιστον για την δυτική πλευρά της Αστράκας, καθώς οι γραμμές που θέλαμε να επαναλάβουμε ήταν συνήθως γραμμές με κάποιο τοπικό πέρασμα 5ου βαθμού, και τις περισσότερες φορές δεν χρησιμοποιούσα καν τα αναρριχητικά παπούτσια. Για μένα η αναρρίχηση στο βουνό δεν σημαίνει απαραίτητα δύσκολες κινήσεις. Αυτές τις βρίσκω το χειμώνα στα project. Αυτό που μου δίνει το βουνό είναι κάτι άλλο, το οποίο μάλλον βρίσκεται πιο πολύ στο σύνολο της ανάβασης και λιγότερο στην κινησιολογική ένταση. Σκέφτηκα λοιπόν ότι με μια καλή φυσική κατάσταση, ξεκινώντας νωρίς το καλοκαίρι, μπορείς να φτάσεις με ένα γρήγορο ρυθμο σε δύο ώρες στην ορθοπλαγιά της Αστράκας, και από εκεί να έχεις την απαιτούμενη ενέργεια και χρόνο να σκαρφαλώσεις κάτι, να επιστρέψεις στο καταφύγιο για μια γρήγορη αστρακομακαρονάδα και το απόγευμα να είσαι σπίτι σου.
Έχοντας αποκτήσει μια καλή φυσική κατάσταση, ενσωματώνοντας 2-3 ώρες ορεινού τρεξίματος κάθε εβδομάδα το χειμώνα, ξεκίνησα την επόμενη χρονιά πότε επαναλαμβάνοντας παλιές γραμμές στην δυτική πλευρά της Αστράκας πότε ανοίγοντας καινούργιες. Μάλιστα, κάποια στιγμή ψάχνοντας μια από τις αρκετές γραμμές που έχουν πολύ λίγες πληροφορίες, καταλήξαμε να ανοίξουμε με τον Χρήστο την πιο δυσκολη γραμμή που είχαμε κάνει ως τότε, με αρκετές δύσκολες σχοινιες (για τα δικά μας δεδομένα) και βαθμολογίες VI και VII-, όπου για πρώτη φορά αναγκάστηκα να βάλω 2 καρφιά εν κινήσει σε δύσκολα σημεία. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τι εννοούσε ο Κώστας όταν μας διηγούνταν ιστορίες από τα παλιά, όπου παρέα με τα γνωστά ονόματα που κοσμούν τις κλασικές της Τύμφης, ξεκινούσαν να σκαρφαλώσουν διαδρομές με μια σειρά καρύδια, 2-3 παλιά friends (σε αντίθεση με την διπλη σειρά που έχουμε εμείς τώρα, + τα micros) και καρφιά, και πόσο σημαντικό ήταν να ξέρεις να βάζεις καρφιά.
Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη μέρα που κάναμε στο βουνό ανοίγοντας το "λούκι του Πάνθηρα", ξεκινήσαμε 6 το πρωί και γυρίσαμε 8 στο σπίτι. Η γλυκιά κούραση που είχα εκείνο το βράδυ μου έδωσε κάτι διαφορετικό και με έκανε να θέλω περισσότερο. Φυσικά την επόμενη χρονιά με έναν πολύ δυνατό χειμώνα με πολύ σκαρφαλωμα και πολύ τρέξιμο ένιωθα ετοιμος για ακόμα μεγαλύτερες μέρες.
Η αρχή έγινε με επίσκεψη νωρίς τον Ιούνη, με σύντροφο τον πολύ σκληρό Γατ, στην δυτική Αστράκα. Αφού πρώτα ραπελιασαμε, τσεκαραμε (αξιοποιώντας τη αγγλικη τεχνική του headpoint) την δυσκολη σχοινιά μιας καινούργια γραμμής, παραλλαγής του “Ασανσέρ”, και έπειτα την κάναμε - η διαδρομή ονομάστηκε “Αγγλικό Τελεφερίκ”. Συνεχίσαμε επαναλαμβάνοντας τον κλασικό "Μηνίσκο". Εκεί καταλάβαμε για πρώτη φορά πως τα πράγματα στο βουνό δεν πάνε ποτέ έτσι όπως τα σχεδιάζεις, γιατι πρώτον ο μηνίσκος σε αρκετά κομμάτια ήταν ακόμα νωπός ή βρεγμενος, και δεύτερον η επιστροφή έπρεπε να γίνει μέσα από μια τεράστια παγωμένη χιονούρα, αναγκάζοντας μας να ξοδέψουμε πολύ περισσότερο χρόνο από ότι θα έπρεπε. Η μέρα εκείνη διήρκεσε 15 ώρες και ήταν το πρώτο μας προσωπικό ρεκόρ, το οποίο φυσικά δεν θα κρατούσε για πολύ, γιατί η έκθεση στις πολλές ώρες στο βουνό είναι επικίνδυνα εθιστική.
Αφού ακολούθησαν μερικές ακόμη επισκέψεις στην Αστράκα, γρήγορα κατάλαβα ότι με τον Γατ θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε κάποια αυθημερόν περιπέτεια και στην πλευρά της Γκαμήλας. Εκεί, φυσικά, τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα και από πλευράς logistics αλλά και από αναρριχητικής πλευράς. Το μέρος είναι τελείως απομονωμένο, δεν έχει νερό και οποιοδήποτε κορυφή και να διαλέξεις, η ορθοπλαγιά δεν πέφτει ποτέ κάτω από τα 250 μέτρα. Διαλέξαμε για αρχή να κάνουμε την κλασική κόψη της Μεσορράχης, μια διαδρομή των Μιχαηλίδη/Ξανθοπούλου, που στα χαρτιά πρόκειται για μια εύκολη ορθοπλαγιά με μια σχοινιά σεμινέ 5ου βαθμού για crux.
Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από το Βρυσοχώρι και συγκεκριμένα την νεραιδόβρυση (όπου και παρκάραμε το αμάξι στο χωματόδρομο πριν). Χρειάστηκαν 5 ώρες σκληρού μονοπατιού (ειδικά από τα μεγάλα λιθάρια και έπειτα) για να φτάσουμε στην Μεσορράχη.
Το σκαρφαλωμα πήγε όπως το περιμέναμε, με την διαφορά ότι η κορυφή της Μεσορράχης είναι μια ατέλειωτη κόψη από σπασμένα και εκεί μας πήρε πολύ περισσότερο χρόνο από το αναμενόμενο. Όταν βγήκαμε πάνω, γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι το αρχικό σχέδιο να γυρίσουμε από καρτερο ήταν πολύ δύσκολο, κι έτσι πήραμε την απόφαση να γυρίσουμε από Τσεπέλοβο μέσω Ρομπόζης, Μέγα Λάκκου και Σκάλα Τσεπελόβου. Εκεί κανονίσαμε να μας περιμένει η Φαίδρα, για να μας πάει στο Βρυσοχώρι, στην αρχή του χωματόδρομου (καθώς το αυτοκίνητο της είναι χαμηλό), ώστε να ανέβουμε να πάρουμε το αμάξι. Φυσικά, μας έπιασε βράδυ, αλλά εμείς ήμασταν προετοιμασμένοι και είχαμε φακούς, extra φαγητό, νερό (βρήκαμε και την κρουνα πιο κάτω) και αρκετή ενέργεια ακόμα. Με συνοδεία το γεμάτο φεγγάρι με γρήγορο ρυθμο περάσαμε από εκπληκτικά τοπία. Μετά την Ρομποζη συναντήσαμε τον τσοπάνη, ο οποίος επέμενε να κοιμηθούμε εκεί, γιατί το Τσεπέλοβο είναι μακριά (φυσικά, είχε δίκιο). Σταματήσαμε να μαζέψουμε τσάι, και στη 1:30 είχαμε φτάσει στο Τσεπέλοβο όπου μας περίμενε φαγητό και αναψυκτικά.
Τελικά, με το να μαζέψουμε το αμάξι κ.λπ., γυρίσαμε σπίτι στις 5:30 το πρωί, έχοντας κάνει γύρω στα 27 χιλιόμετρα με περίπου 2500 υψομετρική διαφορά κουβαλώντας όλα τα υλικά που χρειαζόμασταν για το σκαρφαλωμα, αλλά και μπόλικο νερό και φαγητό, φτάνοντας τα 15 κιλά βάρος έκαστος, αλλά έχοντας σκαρφαλώσει και γύρω στα 300 μέτρα. Νιώθαμε σαν να έχουμε κάνει ένα self supported ultra αγώνα που συνδυάζει μεγάλες αποστάσεις ορεινού αλλά και αλπική αναρρίχηση… Ήταν εκπληκτικό και ήμασταν πλέον τελείως εθισμένοι σε αυτό. Αυτή σίγουρα θα είναι για πάντα η μεγαλύτερη μέρα που έχουμε κάνει στο βουνό, με σχεδόν 23 ώρες στο πόδι. Ένας συνδυασμός κακού υπολογισμού του μονοπατιού και απειρίας σε ορθοπλαγιές μας έκανε να περάσουμε μια μοναδική εμπειρία.
Ακολούθησε ακόμη μια μεγάλη μέρα σε εκείνη τη πλευρά, στον Πύργο Πρόδρομο, όπου αυτή την φορά τα πράγματα πήγαν ακριβώς όπως τα είχαμε υπολογίσει όσον αφορά την επιλογή του μονοπατιού (ακολουθώντας αυτή την φορά την λογική λύση του Αυγερινού), αλλά αναρριχητικά η διαδρομή μας επεφύλασσε δυνατές εκπλήξεις με δύο δύσκολες σχοινιες/παραλλαγές στον 6ο αλλά και στον 7ο βαθμό, και τελικό απολογισμό ημέρας τις 18 ώρες.
Είναι σίγουρο ότι στο μέλλον θα ακολουθήσουν πολλές ακόμα τέτοιες μεγάλες μέρες σε αυτήν την πλευρά, με στόχο πλέον κλασσικές γραμμές, αλλά με περισσότερο σχεδιασμό όσον αφορά τα μονοπάτια αλλά και της αναρριχητικής διαδρομής, δημιουργώντας έτσι μια δυνατή βάση για να μειώσουμε στο ελάχιστο την πιθανότητα κάθε πιθανού λάθους. Η πρόκληση της απομόνωσης που προσφέρει αυτή η πλευρά της Τύμφης, σε συνδυασμό με τα εκπληκτικά μονοπάτια/τοπία που χρειάζεται να διασχίσεις, δημιουργούν ένα εκρηκτικό συνδυασμό, που αν τον δοκιμάσεις μια φορά σε κάνει να τον θες περισσότερο, και σου δημιουργεί την ανάγκη να θες να γίνεις καλύτερος και πιο δυνατός, για να περάσεις ακόμα περισσότερες ώρες εν κινήσει στο αλπικό πεδίο.